φανάρι(ον)

φανάρι(ον)
τό
1) фонарь;

τα φανάρια τού πλοίου — судовые огни;

τό φανάρι(ον) τού δρόμου — уличный фонарь;

2) маяк;
3):

φανάρι(ον) (της κουζίνας) — проволочная сумка или стеклянная банка (для хранения продуктов);

§ κρατάω φανάρι(ον) — помогать, содействовать кому-л. в любовных делах;

έγινε φανάρι — одна тень от него осталась;

αυτό είναι φως φανάρι — это яснее ясного, это совершенно очевидно


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φανάρι(ον)" в других словарях:

  • φανάρι — I Ιστορική συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εδρεύει από το 1603 το οικουμενικό πατριαρχείο. Βρίσκεται στη νότια παραλία του Κεράτιου κόλπου και ονομάστηκε έτσι από τον φάρο που υπήρχε στη βασιλική αποβάθρα. Τριγυριζόταν από τείχος, στα ΒΔ του …   Dictionary of Greek

  • Φανάρι — Sp Fanãris Ap Φανάρι/Fanari L Ikarijos s. kyš. (P. Sporadose) ir g tė ŠR Graikijoje …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • φανάρι — το 1. φανός: Τα φανάρια του αυτοκινήτου. 2. φάρος. 3. σκεύος της κουζίνας, ντουλάπι από λεπτό συρματόπλεγμα, όπου φυλάγονταν τα τρόφιμα. 4. ως κύρ. όν., Φανάρι ιστορική ελληνική, παλιότερα, συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου βρίσκεται το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ξενοδοχείο Φανάρι — (Фанарион,Греция) Категория отеля: 2 звездочный отель Адрес: 1 Φανάρι, Фанарион, 6 …   Каталог отелей

  • Άνω Φανάρι — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 470 μ., 160 κάτ.) του νομού Αττικής. Βρίσκεται στην Πελοπόννησο, κοντά στα σύνορα με τον νομό Αργολίδος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τροιζήνος της νομαρχίας Πειραιώς …   Dictionary of Greek

  • Ζαννίνο — (Φανάρι 1922 – Αθήνα 1994). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του ηθοποιού και χορευτή Γιάννη Παπαδόπουλου. Ο σχεδόν θηριώδης στην όψη αλλά πάντα χαμογελαστός Ζ. σπούδασε στη σχολή χορού Άγγελου Γριμάνη και εργάστηκε αρκετά χρόνια ως χορευτής πριν στραφεί… …   Dictionary of Greek

  • Καμπούρογλους, Ιωάννης — (Φανάρι 1851 – 1903). Λόγιος και δημοσιογράφος. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, στη Γερμανία και στη Γαλλία. Ίδρυσε μαζί με τον Δημήτρη Κορομηλά την Εφημερίδα (1873 79) και εξέδωσε τη Νέα εφημερίδα(1881). Διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Οικουμενικό Πατριαρχείο — Η έδρα του οικουμενικού πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, αρχηγού της Ορθοδοξίας και προκαθήμενου των πατριαρχών της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ονομάζεται και Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθώς και Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Το Ο.Π.… …   Dictionary of Greek

  • Fener — Fener, Fanar or Phanar (Greek Φανάρι IPA| [fa nari] ) is a neighborhood midway up the Golden Horn, within the borough of Fatih in Istanbul, Turkey (formerly Constantinople). The streets in the area are full of historic wooden houses, churches,… …   Wikipedia

  • Phanariotes — Phanariotes, Phanariots, or Phanariote Greeks (Greek:Φαναριώτες, Romanian: Fanarioţi , Bulgarian:Фанариоти ) were members of those prominent Greek (including Hellenized Romanian and Albanian) familiesEncyclopedia Britannica, The Phanariotes, 2008 …   Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»